Στα μέσα μιας νύχτας του χειμώνα, ένας ταξιτζής έκανε βόλτες για να βρει κάποιον να τον πάρει κούρσα. Έκοψε δρόμο μέσα σε στενά και όταν βγήκε σε μια πλαγιά ενός λόφου, στην μέση του πουθενά, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος, του έκανε νόημα να σταματήσει και μπήκε μέσα στο ταξί. Κάποια στιγμή, την ώρα της κούρσας, το μάτι του ταξιτζή "έπεσε" πάνω στον καθρέφτη και παρατήρησε ότι κανείς δεν υπήρχε στα πίσω καθίσματα.
Έντρομος γύρισε απότομα το κεφάλι του πίσω και τον είδε να κάθεται πάλι στην θέση του. Εκείνη την στιγμή, ο ταξιτζής σταματάει το ταξί επί τόπου και του λέει να κατέβει από το ταξί του γρήγορα. Εκείνος έξαλλος του λέει πριν κατέβει από το ταξί: Έχε χάρη που σε φυλάνε αυτοί οι τρεις, αλλιώς θα σου 'λεγα εγώ...
Ο ταξιτζής δεν έδωσε και πολύ σημασία στα λόγια του και προχώρησε να πάει σπίτι του. Την επόμενη μέρα, καθαρίζοντας το ταξί, βρήκε μια εικονίτσα των Τριών Ιεραρχών στα πίσω καθίσματα. Τότε κατάλαβε ποιους τρεις εννοούσε αυτός που πήρε κούρσα....!
Έντρομος γύρισε απότομα το κεφάλι του πίσω και τον είδε να κάθεται πάλι στην θέση του. Εκείνη την στιγμή, ο ταξιτζής σταματάει το ταξί επί τόπου και του λέει να κατέβει από το ταξί του γρήγορα. Εκείνος έξαλλος του λέει πριν κατέβει από το ταξί: Έχε χάρη που σε φυλάνε αυτοί οι τρεις, αλλιώς θα σου 'λεγα εγώ...
Ο ταξιτζής δεν έδωσε και πολύ σημασία στα λόγια του και προχώρησε να πάει σπίτι του. Την επόμενη μέρα, καθαρίζοντας το ταξί, βρήκε μια εικονίτσα των Τριών Ιεραρχών στα πίσω καθίσματα. Τότε κατάλαβε ποιους τρεις εννοούσε αυτός που πήρε κούρσα....!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου